Μαριάννα Βλάχου
A
A
A
 
 
 

Στέβια: ένα φυσικό γλυκαντικό με προοπτική
Κατηγορία: Βότανα

Το φυτό Στέβια, το οποίο χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες από τους αυτόχθονες Νοτιοαμερικανούς, έχει τραβήξει τον τελευταίο καιρό τα φώτα της δημοσιότητας. Η Στέβια περιέχει φυσικά γλυκαντικά, τους γλυκοζίτες στεβιόλης, οι οποίοι έχουν έως και 300 φορές πιο γλυκιά γεύση από τη ζάχαρη, χωρίς όμως να προσδίδουν θερμίδες. Θα μπορούσε, λοιπόν, η Στέβια να προστεθεί στο χαρτοφυλάκιο της γλυκύτητας, βοηθώντας έτσι στη διαχείριση του βάρους; Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές θα πρέπει να περιμένουν.

Γλυκιά γεύση

Σε κάθε νεογέννητο αρέσει η γλυκιά γεύση, ανεξάρτητα από τη δίαιτα που ακολουθεί η μητέρα του κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι διατροφικές προτιμήσεις για τα γλυκαντικά στα παιδιά και τους ενήλικες δημιουργούνται μέσα από τις προσωπικές τους γευστικές εμπειρίες, και συνακόλουθα μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από το ένα άτομο στο άλλο.

Στις μέρες μας είναι διαθέσιμη στην αγορά μια μεγάλη ποικιλία γλυκαντικών, τα οποία προσφέρουν τη γλυκιά γεύση χωρίς να περιέχουν την ενέργεια που σχετίζεται με τη ζάχαρη.2 Σε αυτήν τη μεγάλη ομάδα συστατικών περιλαμβάνονται «έντονα» γλυκαντικά, όπως η ασπαρτάμη, η ακεσουλφάμη Κ, η σακχαρίνη, η σουκραλόζη και οι γλυκοζίτες στεβιόλης, τα οποία είναι κατά εκατοντάδες φορές πιο γλυκά από τη ζάχαρη. Καθώς απαιτούνται πολύ μικρές ποσότητες, ώστε να επιτευχθεί η γλυκιά γεύση, η ενεργειακή συνεισφορά των παραπάνω συστατικών είναι αμελητέα σε σύγκριση με τη ζάχαρη. Σε αντίθεση με άλλα έντονα γλυκαντικά, οι γλυκοζίτες στεβιόλης προσφέρουν επιπλέον το πλεονέκτημα ότι είναι αποκλειστικά φυτικής προέλευσης, όπως ακριβώς και η ζάχαρη.

Προέλευση της Στέβια

Ο θάμνος Stevia rebaudiana Bertoni, ή απλά Stevia όπως συνήθως αναφέρεται, πήρε το όνομά του από τον Ελβετό βοτανολόγο Moisés Santiago Bertoni, ο οποίος ήταν ο πρώτος που περιέγραψε το φυτό. Η Στέβια αποτελεί βότανο, το οποίο φυτρώνει ελεύθερα στην Κεντρική και Νότια Αμερική και ανήκει στην ίδια οικογένεια φυτών με το ηλιοτρόπιο και το ραδίκι. Η Στέβια καλλιεργήθηκε εκτενώς, λόγω των γλυκών της φύλλων και χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες από τους αυτόχθονες Νοτιαμερικανούς ως παραδοσιακό γλυκαντικό σε τσάι βοτάνων και άλλα αφεψήματα. Δύο είναι τα κύρια γλυκοσιδικά συστατικά στα φύλλα της: η στεβιοσίδη και η ρεμπαουδιοσίδη Α. Αυτά τα συστατικά έχουν 200-300 φορές πιο γλυκιά γεύση από τη ζάχαρη και, επομένως, μια πολύ μικρή ποσότητα είναι αρκετή, ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή γλυκύτητα. Αυτοί οι γλυκοζίτες έχουν αποτελέσει αντικείμενο πρόσφατων μελετών, όσον αφορά την ασφάλεια και έγκρισή τους.

Πιθανά οφέλη υγείας

Ακριβώς όπως και τα άλλα έντονα γλυκαντικά, οι γλυκοζίτες στεβιόλης επιτρέπουν στους καταναλωτές να απολαμβάνουν τη γλυκιά γεύση, χωρίς την προσθήκη θερμίδων στην ημερήσια ενεργειακή τους πρόσληψη, καθώς δεν περιέχουν σημαντικές θερμίδες. Τα έντονα γλυκαντικά μπορεί να έχουν σημαντική συμβολή στη διαχείριση του σωματικού βάρους, όταν χρησιμοποιούνται στη διατροφή ως υποκατάστατα των προστιθέμενων σακχάρων.3 Επιπλέον, οι γλυκοζίτες στεβιόλης θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως γλυκαντική επιλογή ελεύθερη φαινυλαλανίνης για άτομα με φαινυλκετονουρία, μια σπάνια γενετική ασθένεια που απαιτεί τον έλεγχο της προσλαμβανόμενης φαινυλαλανίνης από όλες τις πηγές.

Η Στέβια ανά τον κόσμο

Η Στέβια καλλιεργείται ακόμα στην Λατινική Αμερική, αλλά στην παραγωγή πλέον κυριαρχούν οι Ασιατικές χώρες. Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο καλλιεργητή Στέβια στον κόσμο, ενώ η Ιαπωνία και η Κορέα διαθέτουν τη μεγαλύτερη αγορά εκχυλισμάτων Στέβια. Πρόσφατα, οι ΗΠΑ, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία ενέκριναν ορισμένα παρασκευάσματα Στέβια ως συστατικά σε φαγητά και ροφήματα στις αγορές τους.

Τι συμβαίνει στην Ευρώπη;

Το 1999, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνήθηκε την έγκριση των φυτών Στέβια, καθώς και των αποξηραμένων φύλλων της, ως τρόφιμα ή συστατικά τροφίμων, εξαιτίας της ανεπάρκειας δεδομένων που αποδεικνύουν την ασφάλειά τους. Επομένως, τα τρόφιμα και ροφήματα που περιέχουν το φυτό Στέβια, ή εκχυλίσματά του ως συστατικά, δεν είναι εγκεκριμένα από την αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τότε έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές μελέτες, με σκοπό τη διερεύνηση της ασφάλειας της Στέβια. Το 2008, αρκετές γνώμες εμπειρογνωμόνων, όπως η Μεικτή Ειδική Επιτροπή των FAO/WHO για τα Πρόσθετα των Τροφίμων (FAO/WHO Expert Committee on Food Additives - JECFA) και ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (American Food and Drug Administration - FDA), δήλωσαν ξεκάθαρα ότι η χρήση καθαρών γλυκοζιτών στεβιόλης (≥ 95%) είναι ασφαλής για ανθρώπινη κατανάλωση.4,5 Η JECFA καθιστά ως αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη την πρόσληψη 0-4 mg ανά kg σωματικού βάρους, το οποίο ισοδυναμεί με καθημερινή δόση έως και 240 mg για μια γυναίκα 60 κιλών ή 280mg για έναν άνδρα 70 κιλών.4

Έως τον Μάρτιο του 2010, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) θα πραγματοποιήσει μία συνδυαστική αξιολόγηση της ασφάλειας των γλυκοζιτών στεβιόλης. Υπό τον όρο μιας ευνοϊκής γνώμης της EFSA, οι κατευθυντήριες οδηγίες της ΕΕ πιθανόν να αναθεωρηθούν, συμπεριλαμβάνοντας τους γλυκοζίτες στεβιόλης. Έως τότε, τα κράτη – μέλη της ΕΕ μπορούν να εγκρίνουν τα γλυκαντικά Στέβια στη χώρα τους, μέσα από υπάρχοντες μεταβατικούς νόμους. Η Γαλλία πρόσφατα ενέκρινε για δύο έτη τη χρήση της ρεμπαουδιοσίδης A με 97% καθαρότητα στα τρόφιμα και τα ροφήματα.6 Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, είναι πολύ πιθανό να εμφανιστούν στο άμεσο μέλλον, σε ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές, κάποια προϊόντα με γλυκοζίτες Στέβια ως γλυκαντικά.